αρνακίς

ἀρνακίς (-ίδος), η (Α)
η προβιά, η κάπα από δέρμα αρνιού.
[ΕΤΥΜΟΛ. Πιθ. με συλλαβική ανομοίωση < *αρνόνακος < αρνο- (< αρήν, αρνός) + νάκη «δέρμα, προβιά»].

Dictionary of Greek. 2013.

Look at other dictionaries:

  • ἀρνακίς — sheepskin coat fem nom sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἀρνακίδα — ἀρνακίς sheepskin coat fem acc sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἀρνακίδας — ἀρνακίς sheepskin coat fem acc pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἀρνακίδες — ἀρνακίς sheepskin coat fem nom/voc pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἀρνακίδι — ἀρνακίς sheepskin coat fem dat sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἀρνακίδος — ἀρνακίς sheepskin coat fem gen sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἀρνακίδων — ἀρνακίς sheepskin coat fem gen pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἀρνακίσι — ἀρνακίς sheepskin coat fem dat pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἀρνακίσιν — ἀρνακίς sheepskin coat fem dat pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • AGNINA — in Gloss. Graeco Lat. ἄρνειον κρέας, apud Annam Comnenam Alexiad. l. 8. p. 230. ἀλλ: ἡλίου ἀνατέλλοντος λύκου ἢἀρνίου κρέας ἐ???όμεθα. Sed Sole oriente lupinam seu agninam comedimus; laudatam Car. du Fresne Glossar. Agnina pellis una cum lana, in …   Hofmann J. Lexicon universale

Share the article and excerpts

Direct link
Do a right-click on the link above
and select “Copy Link”

We are using cookies for the best presentation of our site. Continuing to use this site, you agree with this.